Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

..στου χρόνου την όχθη..


                                                        Rene Magritte

 
Ο ΠΟΤΑΜΟΣ

Η πολιτεία ξάγρυπνη τρέχει στο αίμα μου, κυκλοφορεί σα μέλισσα.
Και το αεροπλάνο που χαράσσει έναν λυγμό σαν σίγμα λατινικό κεφαλαίο,
τα τραμ που γκρεμίζονται σε κάτι προκεχωρημένες γωνίες,  
το δέντρο τούτο το κατάφορτο με ύβρεις, που το ταρακουνάνε στην πλατεία,
όταν χτυπάει μεσάνυχτα,  
οι θόρυβοι που σηκώνονται και εκρήγνυνται, αλλά κι εκείνοι οι άλλοι που
γλιστρούν και ψιθυρίζουνε στ’ αφτί κάποιο ερεθιστικό μυστικό τους,  
όλα τούτα ανοίγουν το σκότος, βάραθρα των άλφα και των όμικρων, σήραγγες
φωνηέντων σιωπηλών,  
στοές που διατρέχω με τα μάτια δεμένα, αποκοιμισμένη η αλφάβητος εκβάλλει
στα φρέατα σαν άλλος ποταμός μελάνης,  
και η πολιτεία πάει κι έρχεται, και το λίθινο κορμί της γίνεται κομμάτια
και θρύψαλα, σαν φτάνει στους κροτάφους μου,  
όλη τη νύχτα, το κάθε κομμάτι, ένα-ένα, άγαλμα το άγαλμα, πηγή την πηγή
και πέτρα την πέτρα, όλη τη νύχτα,  
τα κομμάτια της γυρεύουνε στο μέτωπό μου τό ’να τ’ άλλο, όλη τη νύχτα η
πολιτεία, ενώ κοιμάται, μιλάει με το στόμα μου,  
και είναι λόγος ακατάληπτος και λοίσθιος, ψέλλισμα νερών και πέτρα που
πολεμάει, η ιστορία της είναι.  

Να σταματήσει μια στιγμή, να σταματήσει το αίμα μου, να το κάνει να
σταθεί, να σταθεί που πηγαινοέρχεται, που όλο πηγαινοέρχεται και  
τίποτα δεν λέει,  
ενώ κάθεται πάνω μου, και πάνω μου καθισμένο σαν γιόγκι στον ίσκιο της
συκιάς, σα Βούδας στου ποταμού την όχθη, ω, ναι, να σταματήσει μια  
στιγμή,  
μία μόνο στιγμή να σταματήσει, και, καθισμένο στου χρόνου την όχθη, την
εικόνα να μου σβήσει του ποταμού που, ενώ ομιλεί κοιμώμενος, δεν λέει  
τίποτα και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του,  
καθισμένο στην όχθη να σταματήσει τη ροή του ποταμού, ν’ ανοίξει τη στιγμή,
να διαπεράσει τις αίθουσές της τις έκθαμβες και να φτάσει στων υδάτων  
το κέντρο,  
να πιεί στην πηγή την ακένωτη, να γίνει γαλάζιων συλλαβών καταρράχτης που
γκρεμίζεται από πάνω από πέτρινα χείλη,  
καθισμένο στην όχθη της νύχτας σα Βούδας που κάθεται στου ίδιου του εαυτού
του την όχθη, το άνοιξε-κλείσε όντας της στιγμής,  
η πυρκαγιά και ο όλεθρος και η γέννηση της στιγμής και η ανάσα της νύχτας
που φτεροκοπάει τεράστια, καθώς χιμάει προς την όχθη του χρόνου,  
να πει ό,τι λέει και ο ποταμός, λόγος μέγας γόνιμος πανόμοιος με χείλη,
λόγος μέγας γόνιμος που ουδέποτε κενούται,  
να πει ό,τι λέει και ο χρόνος με φράσεις λίθινες σκληρές, με νεύματα
αχανή θαλάσσης που κόσμους υπερκατακλύζει πάντοτε, κόσμους και  
κόσμους.  

Πάντα στα μισά του ποιήματος κατακυριεύομαι από απελπισία μεγάλη, τα πάντα
μ’ εγκαταλείπουνε μόνον μου,  
κανείς δεν είναι στο πλευρό μου, ούτε καν τα μάτια εκείνα που από πίσω απ’
την πλάτη μου βλέπουν εκείνα που γράφω,  
και ούτε πίσω υπάρχει ούτε εμπρός, η γραφίδα εξεγείρεται, δεν υπάρχει αρχή
και τέλος, ούτε καν ένας τοίχος τουλάχιστον για να πηδήξω,  
σπιανάδα παντέρμη είναι το ποίημα, τα λεκτά δεν είναι λεκτά και τα μη λεκτά
είναι άλεκτα,  
πύργοι, δώματα ερειπωμένα, βαβυλωνίες, θάλασσα με αλάτι μαύρο, βασίλειο
τυφλό,  
όχι,
να σταματήσω, να σωπάσω, να κλείσω τα μάτια μέχρι να βγει ν’ αναπηδήσει από
μέσ’ απ’ τα μάτια μου ένα στάχυ, ένα σιντριβάνι ήλιοι  
και η αλφάβητος να κυματίσει διάπλατη κάτω απ’ τον άνεμο του ονείρου, και
η παλίρροια να φουσκώσει, να γίνει κύμα, και το κύμα να σπάσει το φράγμα,  
να περιμένω ίσαμε να σκεπαστεί με αστέρια το χαρτί και δάσος να γίνει το
ποίημα από λέξεις που ’ναι αναρριχητικές περιπλοκάδες,  
όχι,
τίποτα να πω δεν έχω εγώ, κανείς δεν έχει να πει τίποτα, κανείς και τίποτα
εκτός από το αίμα,  
τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτό το πηγαινέλα του αίματος, απ’ αυτή τη γραφή για
ό,τι γραμμένο και από την επανάληψη της ίδιας λέξης στα μισά του  
ποιήματος,  
συλλαβές του χρόνου, γράμματα σπασμένα, σταξιές μελάνης, αίμα που πάει κι
έρχεται και δεν λέει τίποτα, και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του.  

Και λέω το πρόσωπό μου σκυμμένο πάνω απ’ το χαρτί, και κάποιος από πλάι μου
γράφει, ενώ το αίμα έρχεται συνέχεια και πάει,  
και η πόλη πάει κι έρχεται συνέχεια και συνέχεια μέσ’ απ’ το αίμα του, και
θέλει κάτι να πει, ο χρόνος θέλει κάτι να πει, η νύχτα θέλει να πει,  
να μιλήσει,  
όλη νύχτα ο άντρας θέλει να πει μία και μόνο μία λέξη, να πει επί τέλους
τον λόγο του, που ’χει με πέτρες φτιαχτεί από κατεδάφιση,  
και ακονίζω το αφτί, ν’ ακούσω θέλω ο άντρας τί λέει, να επαναλάβω τί λέει
η πόλη, τί λέει η πόλη και μένει μετέωρη,  
κι όλη τη νύχτα εντελώς στα τυφλά οι σπασμένες ψάχνονται πέτρες στο μέτωπό
μου επάνω, όλη τη νύχτα το νερό παλεύει την πέτρα,  
οι λέξεις τη νύχτα, η νύχτα τη νύχτα, και τίποτα πια δεν φωτίζει τη θαμπή
ετούτη εδώ τη μάχη,  
η ταραχή των όπλων δεν πετάει αστραπές στην πέτρα, ούτε καν σπίθα στη νύχτα,
και εκεχειρία δεν γίνεται,  
είναι μάχη μεταξύ αθανάτων θανάσιμη,
όχι,
να γυρίσουν πίσω, ν’ ανακόψουν το ποτάμι του αίματος, τον ποταμό της
μελάνης,  
να σταματήσουν τη ροή και τη νύχτα, να τις γυρίσουν και τις δύο τους πίσω,
να εκθέσουν τα σπλάχνα τους,  
να δείξει το νερό την καρδιά του που ’ναι ένα σμάρι πνιγμένοι καθρέφτες,
δέντρο κρυστάλλινο που το ξεριζώνει ο άνεμος  
(και κάθε φύλλο του πετάει και μαρμαίρει και χάνεται μέσα σ’ ένα βάναυσο
φως, όπου οι λέξεις χάνονται μονίμως μέσα στου ποιητή την εικόνα),  
να κλείσει ο χρόνος και να γίνει ουλή αθέατη η πληγή του, κομψή γραμμή
ανεπαίσθητη στο δέρμα του κόσμου,  
ν’ αποθέσουν οι λέξεις το όπλα και να γίνει το ποίημα μιά λέξη μοναδική
με ύφανση πυκνότατη,  
και να γίνει η ψυχή χωράφι μετά από το καψάλισμα, στήθος φεγγαρίσιο
κάποιας απολιθωμένης θάλασσας, όπου δεν καθρεφτίζεται πλέον τίποτα  
εκτός από μιαν έκταση εκτεταμένη, το διάστημα απλωμένο επάνω στον εαυτό
του, τα απέραντα φτερά φαρδια-πλατιά ξεδιπλωμένα,  
και να γίνουν τα πάντα σα φλόγα που σμιλεύεται και ψύχεται στο βράχο με
τα διάφεγγα σπλάχνα,  
λάμψη σκληρή που έγινε κιόλας κρύσταλλο και διαύγεια ειρηνική, διαύγεια
γαλήνια.  

Και ο ποταμός ανεβαίνει ξανά τη ροή του, διπλώνει ξανά τα πανιά του,
μαζεύει ξανά τις εικόνες του και ύστερα ξανακλείνεται στον εαυτό του.


     Octavio Paz  
Γενεύη 1953

 
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
απο το ιστολογιό του 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012


Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Είμαι



Είμαι

Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό ,κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση 'η το σώμα (το ίδιο κάνει)
του ομοίου του.
Είμαι,σιωπηλοί μου φίλοι,αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία απο τη λησμονιά δεν υπάρχει
ουτε κι άλλη συγγνώμη.Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που,μ΄ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν΄αποκρυπτογραφήσει τον απλό και μαζί πολλαπλό
αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σε όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας ,εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί.Είμαι αντίλαλος ,λήθη,τίποτα.

Jorge Luis Borges


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Beautiful Tango!!

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

...απο γειτονιά σε γειτονιά....



Ηταν όμορφες κείνες οι μέρες.Στίς πλατείες των μαχαλάδων,
Κάτι παιδιά ξυπόλητα ,με μπαλωμένα παντελόνια,
Βγάζανε λόγους – μιλούσαν για το μέλλον,
Άνοιγαν με τα νευρικά τους χέρια μεγάλα παράθυρα στον ουρανό.
Ηταν όμορφες κείνες οι μέρες και μ΄ολους τους νεκρούς μας,
Όμορφες- δεν προφτάσαμε να τις χαρούμε,-
Μεγάλωναν τα βράδια πάνου απ΄τα κεφάλια μας,
Οι γριές απολησμόναγαν το τσουκάλι τους στη φωτιά,
Ένα αστρο καρφωμένο στην καμινάδα τις κοίταζε συλλογισμένο,
Κι οι γριές συλλογιόνταν μια Κυριακή με κεφτέδες και γραμμόφωνα,
Συλλογιόνταν το μεγάλο τους γιό να ξουρίζεται και να  λούζεται
Στην κουζίνα,
Νάχει ένα σιδερωμένο άσπρο πουκάμισο,
Να φαίνονται ,καθώς αλλάζει ,μέσα στα τζάμια τα΄ανοιχτού παράθυρου
Τα μούσκλα του μπράτσου του κι οι νιόβγαλτες τρίχες του κόρφου του.
Ξέχναγαν οι γριές το τσουκάλι τους-μύριζε το καμένο φα ϊ στη συνοικία
Τρέχαν στους δρόμους,φώναζαν ζήτω-
Αχ κι οι ροδιές ν΄ανάβουν κόκκινα βεγγαλικά στου περβολιού το Πάσχα
Και τα χουνιά από γειτονιά σε γειτονιά
Ναν το λαλάν ναν το λαλάν:
Γειά και χαρά Λέ,μωρέ Λέ,γειά και χαρά σου Λευτεριά.

Γιάννης Ρίτσος
«ΟΙ γειτονιές του κόσμου»



Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

το μαχαίρι



το μαχαίρι

Οπως αργεί τ΄ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
ετσι αργούν κ΄οι λέξεις ν΄ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Αρης Αλεξάνδρου 
"ποιήματα"

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

"τέλος και αρχή"




Συνομιλία με την πέτρα

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Θέλω να μπω στο εσωτερικό σου,
να κοιτάξω τριγύρω,
να σε αναπνεύσω σαν αναπνοή.

-Φύγε, λέει η πέτρα.

-Είμαι ερμητικά κλειστή.
Ακόμα και θρυμματισμένες σε κομμάτια
θα είμαστε ερμητικά κλειστές.
Ακόμα και τριμμένες σε άμμο
δεν θ' αφήσουμε κανένα να μπει.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.

-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Έρχομαι από καθαρή περιέργεια.
Γι' αυτήν η ζωή είναι η μοναδική ευκαιρία.
Θέλω να σεργιανίσω στο παλάτι σου
και ύστερα να επισκεφθώ
ακόμα το φύλλο και τη σταγόνα του νερού.
Δεν έχω πολύ καιρό για όλα αυτά.
Η θνητότης μου πρέπει να σε συγκινήσει.

-Είμαι από πέτρα, λέει η πέτρα,

και από ανάγκη πρέπει να διατηρήσω την αυστηρότητα.
Φύγε από εδώ.
Δεν έχω μυώσεις γέλιου.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.

-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Ακουσα ότι υπάρχουν σε σένα μεγάλες άδειες αίθουσες,
που δεν τις είδαν, μάταια όμορφες,
κούφιες, δίχως απόηχο οποιανοΰ βημάτων.
Αναγνώρισε ότι κι εσύ λίγα ξέρεις γι' αυτό.

-Μεγάλες και άδειες αίθουσες, λέει η πέτρα,

μα σ' αυτές δεν υπάρχει θέση.
Όμορφες, μπορεί, αλλά έξω απ' το γούστο
των δικών σου σεμνών αισθήσεων.
Μπορείς να με γνωρίσεις, ποτέ δεν θα με απολαύσεις.
Με όλη μου την επιφάνεια στρέφω σε σένα,
αλλά με όλο το εσωτερικό μου κύπτω αναποδογυρισμένο.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.

-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Δεν ψάχνω σε σένα άσυλο για την αιωνιότητα.
Δεν είμαι δυστυχισμένη.
Δεν είμαι άστεγη.
Ο κόσμος μου αξίζει να γυρίσω πίσω.
Θα μπω και θα βγω με άδεια χέρια.
Και για απόδειξη ότι η παρουσία μου ήταν αληθινή,
δεν θα προσφέρω τίποτε άλλο από λέξεις,
που κανείς δεν θα τους δώσει εμπιστοσύνη.

-Δεν θα μπεις, λέει η πέτρα.

Σου λείπει η αίσθηση της συμμετοχής.
Καμιά αίσθηση δεν θα αντικαταστήσει
την αίσθηση συμμετοχής.
Ακόμα και η όραση οξυμμένη μέχρι που βλέπει τα πάντα
δεν θα σου χρησιμεύσει σε τίποτα
χωρίς την αίσθηση της συμμετοχής.
Δεν θα μπεις, έχεις μόλις το νόημα της συμμετοχής,
μόλις την ένωση της, τη φαντασία.
Ακουσα ότι υπάρχουν σε σένα μεγάλες άδειες αίθουσες, που δεν τις είδαν, μάταια όμορφες, κούφιες, δίχως απόηχο οποιανοΰ βημάτων. Αναγνώρισε ότι κι εσύ λίγα ξέρεις γι' αυτό.
-Μεγάλες και άδειες αίθουσες, λέει η πέτρα,
μα σ' αυτές δεν υπάρχει θέση.
Όμορφες, μπορεί, αλλά έξω απ' το γούστο
των δικών σου σεμνών αισθήσεων.
Μπορείς να με γνωρίσεις, ποτέ δεν θα με απολαύσεις.
Με όλη μου την επιφάνεια στρέφω σε σένα,
αλλά με όλο το εσωτερικό μου κύπτω αναποδογυρισμένο.
Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.
-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Δεν ψάχνω σε σένα άσυλο για την αιωνιότητα.
Δεν είμαι δυστυχισμένη.
Δεν είμαι άστεγη.
Ο κόσμος μου αξίζει να γυρίσω πίσω.
Θα μπω και θα βγω με άδεια χέρια.
Και για απόδειξη ότι η παρουσία μου ήταν αληθινή,
δεν θα προσφέρω τίποτε άλλο από λέξεις,
που κανείς δεν θα τους δώσει εμπιστοσύνη.
-Δεν θα μπεις, λέει η πέτρα.
Σου λείπει η αίσθηση της συμμετοχής.
Καμιά αίσθηση δεν θα αντικαταστήσει
την αίσθηση συμμετοχής.
Ακόμα και η όραση οξυμμένη μέχρι που βλέπει τα πάντα
δεν θα σου χρησιμεύσει σε τίποτα
χωρίς την αίσθηση της συμμετοχής.
Δεν θα μπεις, έχεις μόλις το νόημα της συμμετοχής,
μόλις την ένωση της, τη φαντασία.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.

-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
Δεν μπορώ να περιμένω δυο χιλιάδες αιώνες
για να μπω κάτω απ' τη σκεπή σου.

-Εάν δεν με πιστεύεις, λέει η πέτρα,

απευθύνσου στο φύλλο, θα σου πει αυτό που εγώ λέω.
Στη σταγόνα του νερού, θα πει αυτό που λέει το φύλλο.
Τελικά ρώτησε μια τρίχα του κεφαλιού σου.
Το γέλιο με διευρύνει, το γέλιο, υπερβολικό γέλιο,
με το οποίο δεν ξέρω να γελάω.

Χτυπώ την πόρτα της πέτρας.

-Εγώ είμαι, άσε με να μπω.
-Δεν έχω πόρτα, λέει η πέτρα.


Wislawa Szymborska
Τέλος και αρχή
μετ.Νίκος Χατζηνικολάου
εκδ.Κούριερ,1997


Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

υπέρβαση





υπέρβαση

Πόσο έχω επιθυμήσει
δεμένη στο  ένα  έστω φτερό
κάποιου μεγάλου ταξιδιάρικου πουλιού

ξαπλωτή όχι ανάσκελα
γιατί τα υπεράνω μου 
ολα σχεδόν τα εχω δεί

μπρούμυτα δεμένη στο ένα φτερό

να φωτογραφίσω
αν είναι απο το ίδιο υλικό φτιαγμένες
οι σκεπές μας

και σύ με ταπεινώνεις,μου λές

οτι κανένα πουλί
με αχρηστευμένο το ένα φτερό του
απο το βάρος μου
δε διακινδυνεύει τέτοιο ταξίδι

λάθος κάνεις

εχω πολλές φορές ψηλά πετάξει
στο βάρος μου δεμένη.

Κική Δημουλά 
τα εύρετρα 
εκδ.Ικαρος/2010

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Melancholia //Lars Von Trier

Melancholia, Δανία 2011

Σενάριο –σκηνοθεσία Lars Von Trier
Φωτογραφία Manuel Alberto Claro
Κοστούμια Manon Rasmussen
Ηθοποιοί Kirsten Dunst,Charlotte Gainsbourg,John Hurt,Kiefer Sutherland,Charlotte Rampling,Alexander Skarsgard,Stellar Skarsgard,Brady Corbet,Udo Kier.
Χώρες παραγωγής Δανία,Σουηδία,Γαλλία και Γερμανία.



«Αποφάσισα  να βουτήξω στα βάθη του γερμανικού ρομαντισμού» ……
ετσι περιέγραψε ο Lars Von Trier τον εικαστικό και όχι μόνο, αξονα ,πάνω στον οποίο κίνησε την τελευταία του ταινία Melancholia(παραγωγής 2010).
Με  μουσική από την όπερα του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη» να κυριαρχεί , αλλά και κάδρα ολόκληρα εμπνευσμένα από τους εικαστικούς Πίτερ Μπρέγκελ «Κυνηγοί στο χιόνι» και Τζόν Μιλέι  «Οφηλία»,η ταινία μας εισάγει σε ένα  κινηματογραφικό ταξίδι,αγωνίας, ποίησης
και βαθύτατου υπαρξιακού στοχασμού με λυτρωτικό τέλος.
Οδηγούς σε αυτήν την περιπλάνηση ορίζει δύο γυναίκες-αδερφές,την Justine(την υποδύεται η Kirsten Dunst)  και την Claire (την υποδύεται η Charlotte Gainsbourg),για αυτό και η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη,το πρώτο με τίτλο Justine και το δεύτερο με τίτλο Claire.
Αλλά ας  πάρουμε τα πράγματα απ΄την αρχή.
Το σενάριο της ταινίας δομείται πάνω στην έλευση και τελική σύγκρουση με την Γή ενός πλανήτη, του πλανήτη Μελαγχολία!
Η έλευσή του ταυτίζεται χρονικά με τον γάμο της πρώτης αδερφής της Justine που είναι καταθλιπτική.
Οι ετοιμασίες του γάμου πραγματοποιούνται στην πολυτελή κατοικία της άλλης αδερφής Claire ,ο άντρας τής οποίας εχει αναλάβει μαζί με τη ίδια, την διοργάνωση της οικογενειακής γιορτής.
Από την είσοδο ωστόσο των νεόνυμφων Justine και  Michael(τον υποδύεται ο Alexander Skarsgard) φαίνεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Κατά τα πρότυπα της «οικογενειακής γιορτής» του Thomas Vinterberg, η αρχικά ευτυχισμένη οικογενειακή ατμόσφαιρα αρχίζει να βαραίνει –η παρουσία της Gaby μητέρας της Justine,(την υποδύεται η Charlotte Rampling)είναι καθοριστική σε αυτό  και  η γιορτή οδηγείται σταδιακά σε διάλυση.
Η Claire προσπαθεί ανεπιτυχώς να επαναφέρει την Justine που βυθισμένη στην μελαγχολία και την κατάθλιψη περιφέρεται ανέστια ολόκληρο το βράδυ,ο πλανήτης Μελαγχολία  πλησιάζει τη γή, αλλά οι επιστήμονες διαβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται να συγκρουστεί με αυτήν,οι σχέσεις της Justine με τον συντροφό της και τους υπόλοιπους καλεσμένους δοκιμάζονται ,και η βραδιά καταλήγει  στην αποχώρηση του Michael και την ολοκληρωτική πτώση της Justine.
Το σχόλιο του Τρίερ πάνω στο υποκριτικό σχήμα των ανθρώπινων σχέσεων που δεν λύνει τα προσωπικά αδιέξοδα αλλά αντιθέτως τα επιτείνει, είναι πασιφανές και η χρήση της κάμερας στον ώμο ή στο χέρι (βασικό στοιχείο του δόγματος 95) υπογραμμίζει την αστάθεια  που κυριαρχεί, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο.
Στο δεύτερο μέρος  της ταινίας η Justine εχει πλήρως παραδοθεί στην Μελαγχολία,  αδυνατεί  να ανταποκριθεί και στις πλέον αυτονόητες καθημερινές ανάγκες ,ενώ η Claire εξαιρετικά γήινη βιώνει με τρόμο την πιθανότητα σύγκρουσης του πλανήτη Μελαγχολία  με την γή παρά τις  περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις  του επιστήμονα συζύγου της.
Ο πλανήτης Μελαγχολία όμως εχει εισέλθει ήδη  για τα καλά στην γήινη ατμόσφαιρα, λιγοστεύοντας το οξυγόνο της,ακυρώνοντας τις ραδιοηλεκτρονικές επικοινωνίες και βυθίζοντας την χώρα  στο σκοτάδι.
Η παρουσία του ,το φώς του,η αργή και βασανιστική εισοδός του ,η αναμονή της καταστροφής, το αναπόφευκτο,η στάχτη κυριαρχούν στο δεύτερο μισό.
Πρίν το οριστικό τέλος η Justine  «επανέρχεται» υποσχόμενη στην Claire που σαν παγιδευμένο ζώο προσπαθεί να διαφύγει και  να σώσει τον μικρό της γιό, ότι  θα φτιάξει «την μαγική σπηλιά» οπου εκεί μπορούν να θωρακιστούν.
Μέσα σε  αυτήν –ένα  κωνικό σκελετό γυμνών κορμών  δέντρων-θυμίζει ινδιάνικη κατασκευή,  οι δύο αδερφές και το μικρό αγόρι σφίγοντας ο ενας το χέρι του αλλου , εξαυλώνονται από την γιγάντια πρόσκρουση του πλάνήτη Μελαγχολία  με τη Γή.


Η σαγήνη της ταινίας είναι μοναδική.
Η φωτογραφία του Manuel Alberto Claro εκτυφλωτικής ομορφιάς.
Οι εισαγωγικές εικόνες με την ονειρική ατμόσφαιρα  και την αργή κίνηση δημιουργούν μια καλλιτεχνική σύλληψη που υποβάλλει και μαγνητίζει τον θεατή.
Η εντελώς διπολική άρθρωση  των μερών της ταινίας,ως προς το περιεχόμενο,τα χρώματα,τις σκιές, τα συναισθήματα, μάλλον προβάλλει ανάγλυφα τα στάδια της συναισθηματικής διπολικής διαταραχής(κατάθλιψη-μανία).
Τον εφιάλτη του αδιέξοδου των διαπροσωπικών σχέσεων του πρώτου μέρους που οδηγούνται βαθμιαία σε διάλυση και αποσύνθεση, ολοκληρώνει στο δεύτερο μέρος η σύγκρουση του πλανήτη με την γή και η καταστροφή .
Οπως λέει σε ένα σημείο της αφήγησης και η Justine «η γή είναι κακή, και να καταστραφεί δεν θα λείψει σε κανέναν».
Ο Lars Von Trier κατάφερε ακόμη μία φορά να μας γοητεύσει,να μας αιχμαλωτίσει στην ομορφιά,να μας λυτρώσει.

Εφη Καλογεροπούλου